Κυριακή, 02-08-2026.
05:35'.
Στην αρχή είμαι με τον πατέρα μου στο αμάξι του κι οδηγάει σε μια ασφυκτική πόλη μιας δυστοπικής κοινωνίας.
Αγχώνομαι για την οδήγησή του ανάμεσα σε γραμμές τραμ.
Είναι η Αθήνα γιατί θέλουμε να φτάσουμε στο σταθμό Αττική.
Παρακάμπτει το δρόμο και κάνει στάση σε επιχείρηση όπου μπορείς να συντάξεις ένα συμβόλαιο χρησιμοποιώντας κάποια εργαλεία.
Ό,τι γράφεις χαράσσεται σε αυλάκια σε έδαφος και τοίχους.
Μετά παίρνεις ένα αντίγραφο αυτού που συντάσσεις.
Μας κάνουν εντύπωση, και σε μένα και στον πατέρα μου, τ' αυλάκια που ανοίχτηκαν για το συμβόλαιό του, το οποίο αναφέρει κι έναν αλήτη, μέθυσο, και την αμφίβολη ζωή του.
Εντωμεταξύ τσεκάρω το bar της επιχείρησης.
Τελειώνει ο πατέρας μου το συμβόλαιο που γράφει, ενώ κάποιοι άλλοι, κάποιες κυρίες, αδημονούν για τη σειρά τους, έχοντας προκαθορισμένο ραντεβού.
Κάνω τον διευκολυντή της διαδικασίας.
Κάποιος ρωτάει αν επιτρέπονται τα greek-english, και δεν είμαι σίγουρος να του πω.
Ένας αστυνόμος σούπερ ντούπερ μας τσιμπάει γιατί οι φάτσες μας, στην οθόνη που μας καταγράφει, του φαίνονται ηλίθιες.
Ο πατέρας μου, πρώην αξιωματικός της χωροφυλακής, δεν ανησυχεί.
Ούτε κι εγώ γιατί μαζί με την ταυτότητά μου βγάζω και μια κάρτα σε ελληνικά κι αγγλικά που λέει ότι είμαστε φίλοι της αστυνομίας.
Τελικά όμως όλη την οικογένεια, με τη μάνα μου τώρα, μεγάλη και δυσκίνητη, κι απόντα τον πατέρα, μας συλλαμβάνουν και μας στοιβάζουν κάπου με τα πράγματα μας, όπου θα περάσουμε κάποιες ώρες προς σωφρονισμό.
Μου κάνει εντύπωση ο εργονομικός σχεδιασμός του χώρου των αποσκευών, και στις κουκέτες μας, όπου θα ξαπλώσουμε, καθώς και τα καθαρά, κοκκαλί στο χρώμα, σεντόνια και τα παπλώματα.
Νομίζω έτσι πως δεν πειράζει, δεν έγινε και τίποτα.
Αλλά έρχεται μια νοσηλεύτρια γιατί το πρωτόκολλο λέει ότι θα πρέπει να μας κάνουν μια ένεση προληπτικής ιατρικής εξέτασης.
Η νοσηλεύτρια μας ενημερώνει ότι έτσι θα έχουμε ευρήματα για πιθανούς κρυφούς καρκίνους αλλά είναι πιθανό, σαν παρενέργεια της ένεσης αυτής, αλλεργική αντίδραση της καρδιάς και θάνατος, ιδίως σε ανθρώπους μεγαλύτερης ηλικίας.
Η νοσηλεύτρια μας ζητάει να προετοιμάσουμε τη μάνα μου σχετικά, και στη στάση του σώματός της, για να μην πονέσει, αλλά και ψυχολογικά.
Την πιάνω λοιπόν για να της πω ότι με την ένεση μπορεί να πεθάνει κι εκεί ξυπνάω.
11:54'.
Είμαι ξύπνιος από τις πεντέμιση το πρωί.
Άναψα λιβάνι και προσευχήθηκα για τη μέρα.
Ανέβασα το χτεσινό ψηφιακό ημερολόγιο.
Κατέβηκα στο εργαστήριό μου.
Διάβασα από την Καινή Διαθήκη που ο Χριστός απάντησε για το διαζύγιο ότι στην αρχή ήταν στον παράδεισο ένας άντρας και μια γυναίκα κι όχι περισσότερες γυναίκες για τον άντρα.
Έκανα τους χαιρετισμούς της Θεοτόκου και άρχισα την προσευχή με τις μετάνοιες.
Πήγα στην Παναγιά την Καρυά και με κοινώνησε ο παπά Ιωσήφ.
Καθόμασταν με τη μάνα και τον Μπασιά για καφέ.
Ψώνισα και σαρδέλες κονσέρβα για τη μάνα μου.
Την ρώτησα αν ήθελε σήμερα ψάρι κονσέρβα, μαζί με ό,τι έχουμε από χτες, και δεν έδειξε να θυμάται τη νηστεία.
Ευτυχώς!
Εγώ θα προσπαθήσω να κάνω τη νηστεία του δεκαπενταύγουστου όσο περισσότερο μπορώ.
Καθόμαστε ακόμα οι δυο μας με τη μάνα μου στην πλατεία, στο "σιμό", και μόλις ήρθε στο τραπέζι κι ένα σφηνάκι τσίπουρο κέρασμα από τον Πάνο.
Μεθαύριο θα έρθει ένας πολύ καλός παπάς, ο παπά Γιώργης από το Ελληνικό, για εξομολόγηση.
Σκέφτομαι αν θα πάω. Μάλλον ναι.
Πέρσι είχα εξομολογηθεί εδώ στο χωριό στον παπά Ιωσήφ, που είναι ιερομόναχος.
Μου είχε πει "να ζητήσω από τον Θεό να ανοίξω στην Πλάση".
Το είχα βάλει στην προσευχή μου.
19:49'.
Γυρίσαμε στο σπίτι, φάγαμε για μεσημεριανό.
Εγώ έφαγα σούπα κοκκινιστή με πατάτες και σκορδαλιά και ψωμί. Ήπια ένα κουτάκι μπύρα Άλφα.
Κοιμήθηκα για μεσημέρι και είδα ένα απροσδιόριστο όνειρο σχετικά με την εξομολόγηση που σκέφτομαι.
20:35'.
Τελείωσα την προσευχή και βγήκα να βρω τη μάνα μου, που είχε πάει στην παράκληση της Παναγίας.
Καθόμαστε με τον Μπασιά στο "μικρό καφέ" και τα λέμε κυρίως για φαγητά μας και τέτοια.
Μιλήσαμε με Στεμνιτσιώτες.
Δόξα Πατρί και Υιώ και Αγίω Πνεύματι και νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
21:50'.
Ρώτησα στην παρέα του παπά Ιωσήφ αν ξέρουν γιατί η Παναγιά η Καρυά λέγεται έτσι και ο παπά Ιωσήφ το είχε διαβάσει κάπου αλλά το είχε ξεχάσει.
Θα το κοιτάξει να μου πει.
Οι μεγάλοι της παρέας μου έφαγαν από μισό τοστ με διπλό τυρί κι έφυγαν λόγω κρύου.
Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησον με τον αμαρτωλό!
Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ και Λόγε του Θεού, ελέησε ημάς όλους πάντα!
Υπεραγία Θεοτόκε το συμφέρον ποίησον, πρέσβευε υπέρ ημών και σώσον ημάς!
Δυο μέρες τώρα δεν έχω διαβάσει καθόλου.
21:59'.
Ο παπά Γιώργης που θα έρθει από το γειτονικό χωριό για εξομολόγηση είναι άγνωστός μου.
Σκέφτηκα να πω στην εξομολόγηση τα παρακάτω:
"Είμαι 56 χρόνων κι εξομολογούμαι τακτικά στον πνευματικό μου στην Αθήνα και κοινωνώ.
Κατάγομαι από εδώ και έχω έρθει για καλοκαίρι.
Έχω έναν δυο φίλους και μία δυο φίλες, που τους θεωρώ δώρα του Θεού.
Είμαι ανύπαντρος και ψυχικά ασθενής με σοβαρή ψυχωσική καταστάση, την οποία αντιμετωπίζω καλά, με συστηματική ψυχοφαρμακευτική αγωγή, και είμαι καλά τα τελευταία έξι χρόνια.
Πέφτω σε κατά μόνας αμαρτία και με μια φίλη, που είναι αγαπητική κι ερωτική, είχα, τον τελευταίο καιρό και όσο είμαι εδώ, πονηρούς λογισμούς και μ' αυτήν και με άλλους και για ομαδικές συνευρέσεις.
Της ζήτησα λοιπόν να αποσυρθώ από τη μεταξύ μας επικοινωνία κι έτσι λίγες μέρες τώρα δεν μιλάμε.
Αυτό για να γλιτώσω απ' ό,τι φαντάζομαι και επειδή σκέφτηκα αυτό που είπε ο Χριστός για το χέρι, το πόδι, το μάτι που πρέπει ν' αφαιρέσεις για να μη φτάσεις μ' αυτά στη γέεννα του πυρός κι ας σου είναι πολύτιμα, χρήσιμα κι αγαπητά.
Έχω όμως δεύτερες σκέψεις ότι είμαι μη αγαπητικός κι αμελής με τον άνθρωπο του κόσμου και τη μεταξύ μας κοινωνία.
Και δεν ξέρω τί να κάνω από 'δω και πέρα..."
Σκέφτομαι να δω τί θα μου πει.
Ο παπά Γιώργης είναι οικογενειάρχης, έχω ακούσει πολύ καλός παπάς, και με όμορφες κόρες.
Αμήν για φωτισμό και δικό του και δικό μου από το Πνεύμα το Άγιο!
22:40'.
Ήρθα στη "Γερουσία" για μπύρα Άλφα και πατατάκια.
Αισθάνομαι καλά, καλύτερα από χτες βράδυ.
Και χτες βράδυ, να φανταστεί κανείς, αισθανόμουν σχεδόν θεός ακούγοντας το Απόδειπνο.
Θα το ακούσω και τώρα.
00:23'.
Τελείωσε το Απόδειπνο και γύρισα στο σπίτι.
Έφαγα τη σούπα με τις πατάτες.
Πήρα τα 3 mg ρισπεριδόνης για να προκύψουν κι άλλα σημαντικά για μένα.
Κάθομαι στην κουζίνα μας και σκέφτομαι.
Θα βάλω παράκληση στον Αρχάγγελο Ραφαήλ.
01:25'.
Ακούω μια ομιλία από ένα θρησκευτικό κανάλι για την ορθή και λανθασμένη πνευματική πορεία.
Λέει για την ελπίδα, που αισθανόμαστε όταν έχουμε καλή πνευματική πορεία, και την εμπιστοσύνη στην πρόνοια του Θεού για όλα και την αμεριμνησία.
Αντάλλαξα σήμερα μηνύματα με την ΚαΧα, τον Δαρό και την ΣμΜ.
Η ΣμΜ ρώτησε αν πίστευε ο πατέρας μου στο ταλέντο μου.
Απάντησα:
"Όταν πια είχα πάρει σύνταξη, ναι.
Αλλά με είχε συνοδέψει και στην πρώτη ατομική έκθεση στην Πάτρα και με φωτογράφησε στο δρώμενο "Το παιδί που κρατάει το μπαλόνι", στην πλατεία Γεωργίου Α'.
Δεν είχε μάτι για ζωγραφική, ήθελε να "αποκατασταθώ".
Ήθελε να γίνω δημόσιος υπάλληλος με χόμπι τη ζωγραφική...
Δεν πειράζει.
Όλα καλά και πάλι καλά!"
02:08'.
Άκουσα και τον ικετήριο κανόνα στον Ιησού Χριστό και έβαλα ν' ακούσω Erik Satie, Gymnopedies...
Πίνω καφέ, καπνίζω από το τρίτο πακέτο τσιγάρα.
02:34'.
Θα ξαπλώσω, κάποτε πρέπει να κοιμηθώ...
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου