Δευτέρα, 27-07-2026.
10:37'
Η μάνα μου ήταν ξύπνια από τις έξι το πρωί για να πάει νωρίς στην εκκλησία.
Σηκώθηκα κι εγώ.
Άναψα λιβάνι και προσευχήθηκα για τη μέρα.
Κατέβηκα στο εργαστήριό μου.
Ανέβασα το χτεσινό ψηφιακό ημερολόγιο.
Έγραψα στο ημερολόγιό μου σε χαρτί.
Αντάλλαξα μηνύματα με τον Δαρό.
Άρχισα την προσευχή με τις μετάνοιες.
Πήγα στο εκκλησάκι του Αγίου Παντελεήμονα που γιορτάζει.
Με κοινώνησε ο παπά Ιωσήφ.
Ήρθαμε με τη μάνα μου στη "Γερουσία", για καφέ εγώ και τοστ η μάνα μου.
Έφαγα αντίδωρο και άρτο.
14:54'.
Γυρίσαμε στο σπίτι.
Έκανα τους χαιρετισμούς της Θεοτόκου.
Τελείωσα και την προσευχή.
Διάβασα από την Καινή Διαθήκη.
Απάντησα στην ΣμΜ που με ρώταγε πράγματα σε μηνύματα χτες το βράδυ καθώς θα διάβασε το ημερολόγιό μου.
Έφτιαξα αυγά τηγανητά για να φάμε με χωριάτικη σαλάτα και χόρτα.
Έφτιαξα και δυο μπριζόλες για το βράδυ.
Φάγαμε και θα ξαπλώσω για μεσημέρι.
18:51'.
Το απόγευμα η μάνα μου ψωνίζει πάλι γλυκά για να πάει στα εγγόνια της, λέει, και πάλι λέει ότι δεν κάθεται Αύγουστο εδώ στο χωριό.
Την πήρα, καθήσαμε και της μίλησα.
Πως ξεχνάει τί μέρα είναι και σηκώνεται για να πάει εκκλησία σε λάθος μέρα, πως κάποτε χάνει αν είναι πρωί ή απόγευμα, πως βγαίνει ξεχνώντας τα κλειδιά της και μου κτυπάει εμένα και της ανοίγω και πως εγώ είμαι εκεί για της ψωνίζω να τρώει.
Της είπα, λοιπόν, ότι θέλω να ηρεμήσω και γι' αυτό να μη μου λέει διάφορα ότι θα φύγει για Αθήνα.
Και ότι τώρα θα έρθει ο Αύγουστος, μήνας διακοπών, και δεν θα βρει κανέναν στην Αθήνα.
Δεν φάνηκε να με ακούει. Είπε να μην ανησυχώ.
Καταλαβαίνω ότι δεν θα έχουμε, πάλι φέτος, καλή εξέλιξη με το πότε θα γυρίσει πίσω στην Αθήνα, όπως και πέρσι.
Δεν μπορώ να κάνω κάτι παραπάνω τώρα.
Θα πιάσω το βιβλίο του Ζολά "Νανά", μπας και ξεχαστώ.
19:26'.
Χτες βράδυ είχα φτάσει σε σημείο κορεσμού πια με τη "Νανά" και τη ζωή της πρωταγωνίστριας και έτσι τώρα, μερικές σελίδες πιο κάτω στο βιβλίο, όλα έχουν ξεχειλίσει σαν σε παρωδία.
Θα το ανεχτώ χωρίς να πιστεύω πια στην αληθοφάνεια της πλοκής του βιβλίου και για να το τελειώσω επιτέλους.
20:22'.
Το τελείωσα το βιβλίο.
Είπα στη μάνα μου να βγούμε στην πλατεία.
Θα ετοιμαστώ να βγω.
Δεν ξέρω αν θα πάρω μαζί μου τον πρώτο τόμο από το "Οι άθλιοι" για διάβασμα.
20:36'.
Βγήκα στην πλατεία όπου ακούγονται οι ίδιες κουβέντες των Στεμνιτσιωτών που έρχονται κάθε χρόνο στα πάτρια εδάφη και αυτών που είναι εδώ.
Δόξα τω Θεώ που υπάρχουν εδώ και τα νέα παιδιά της σχολής αργυροχρυσοχοΐας και δουλεύουν τα καλοκαίρια στα μαγαζιά.
Έφερα μαζί μου το "Οι Άθλιοι" του Hugo για διάβασμα.
Αφήνω λίγο να κατασταλάξει η "Νανά", όχι πολύ όμως.
Θα τα σκεφτώ τα δικά της και άλλοτε.
Είναι στις κοντινές με τον χαρακτήρα μου σκέψεις τα δικά της.
Η μάνα μου έμεινε στο σαλόνι μας να δει τηλεόραση.
Καθόταν νωρίτερα στο μπαλκόνι.
Έχει ρωτήσει τρεις φορές μια Στεμνιτσιώτισσα για τη μάνα της και της έχει πει ότι πέθανε αλλά το ξεχνάει.
Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησον με τον αμαρτωλό!
Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησε ημάς όλους πάντα!
Υπεραγία Θεοτόκε το συμφέρον ποίησον, πρέσβευε υπέρ ημών και σώσον ημάς!
21:26'.
Δόξα Πατρί και Υιώ και Αγίω Πνεύματι και νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
Δόξα τω Θεώ που έχω φέτος εδώ στις διακοπές τα βιβλία μου και διαβάζω!
Και που προετοιμάστηκε το έδαφος για διάβασμα και απ' ό,τι είχα ήδη διαβάσει πριν έρθω στη Στεμνίτσα.
Ο Ουγκό από τον πρόλογό του στο βιβλίο, όπου λέει για την ανθρώπινη μοίρα σε σχέση με "το πεπρωμένο που είναι θείο", με έχει βάλει και σκέφτομαι...
Είναι πολύ ξέγνοιαστα στη ζωή αν το πεπρωμένο του ανθρώπου είναι θείο.
Αμήν.
22:18'.
Έρχεται τα καλοκαίρια εδώ ένας κλόουν, συνταξιούχος γεωπόνος, που νομίζει ότι είναι πνευματώδης αλλά είναι φούσκα.
Αυτός, αφού πίνει για δέκα λεπτά ένα τσίπουρο στο τραπέζι του, γυρνάει ένα ένα όλα τα άλλα τραπέζια Στεμνιτσιωτών και πιάνει κουβέντα.
Τον είδα πάλι απόψε, πρώτη του βραδιά φέτος εδώ, και τον σκεφτόμουν.
Και κατέληξα να σκέφτομαι πως εγώ είμαι ένας γελοίος, έτσι που δεν έκανα οικογένεια και είμαι μοναχικός και ο παράξενος στην πλατεία, μόνος στο τραπέζι μου με το βιβλίο μου.
Ο κλόουν λοιπόν αυτός, ο ΓΦατ, όταν ήμουν νέος, και κυνηγιόμασταν με την κόρη του, που κάτι ερωτικό έπαιζε μεταξύ μας, και είχαμε αλληλογραφία, και που τώρα μου έχει πει η κόρη, η Βιλε, πως από όλα τα γράμματα, που έχει λάβει γενικά, έχει κρατήσει μόνο τα δικά μου γιατί της άρεσαν κι ήταν αστεία, τότε λοιπόν στα νιάτα μας, κρυβόταν πίσω από τα αυτοκίνητα τα αραγμένα στην πλατεία και μας παρακολουθούσε.
Μου το είχαν πει, για να μαζευτώ λίγο με την κόρη του, την Βιλε, και τα δικά μας.
Απόψε αφού πέρασε απ' όλους στα τραπέζια πάλι ο ΓΦατ, πέρασε και από μένα και ανταλλάξαμε:
"Καλησπέρα!
Καλησπέρα σας! (εγώ)
Χαίρομαι που σε βλέπω... Βγαίνεις έξω έ;
Ναι. Όπως κι εσείς. (εγώ)
Καλό!"
Μάλιστα.
Δηλαδή αυτός θα έχει ακούσει κάπου πως είμαι τρελός και θα νόμιζε ότι με έχουν δεμένο μόνιμα μέσα σε κάποιο ψυχιατρείο.
Δεν μπορώ να εξηγήσω αλλιώς ό,τι είπε...
Τελείως γελοίος κι αυτός, δηλαδή, όχι μόνο εγώ!
Δόξα τω Θεώ!
23:23'.
Διαβάζω το νέο βιβλίο και σκέφτομαι παράλληλα, γιατί δίνει αφορμές το κείμενο.
Αντάλλαξα μηνύματα με την ΤΚ, τον πρόλογο του βιβλίου και κάτι που ήρθε στη ροή μου στο Facebook, απ' ό,τι είπε ο Χριστός.
Δόξα τω Θεώ!
23:59'.
Γύρισα στο σπίτι.
Έφαγα τη μπριζόλα μου και πίνω ένα κουτάκι μπύρα Άλφα.
Πήρα τα 3 mg ρισπεριδόνης για να συνεχίσω να βγαίνω έξω κι εγώ.
Κάθομαι στην κουζίνα με το βιβλίο μου.
Η μάνα μου πήγε για ύπνο.
Ξάπλωσα.
Θα βάλω το Απόδειπνο.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου