Σάββατο, 25-07-2026.
12:14'.
Ξύπνησα στις εφτάμιση το πρωί αλλά σηκώθηκα από το κρεβάτι μια ώρα αργότερα.
Άναψα λιβάνι και προσευχήθηκα για τη μέρα.
Κατέβηκα στο εργαστήριό μου.
Ανέβασα το χτεσινό ψηφιακό ημερολόγιο.
Έγραψα στο ημερολόγιό μου σε χαρτί για τα χτεσινά με τη γελοιότητα όσων σου μεταφέρουν αυτά που ξέρουν για και από τους χαρακτήρες τους.
Ψώνισα από τον μανάβη, που ήρθε με το ημιφορτηγό του, και από τον φούρνο.
Βγήκα τώρα στην πλατεία για ν' αγοράσω μπριζόλες και να πιω έναν freddo espresso γλυκό.
Έχω φέρει τη "Νανά" για να διαβάσω λίγο.
Μου μίλησε ο ΓιΛα που επαναλαμβάνει ερωτήσεις όπως "τί κάνεις;" και "πώς πάει;", λες και δεν του έφταναν οι απαντήσεις μου.
Τελικά είπε πως θα πιούμε αύριο και καφέ μαζί, άλλο που δεν θέλω...
Τον είχα πάντα, από την παρέα των νιάτων, σα χαζό έτσι που αγόραζε αθλητική εφημερίδα.
Δεν έχει αλλάξει.
Αντάλλαξα μηνύματα με τον Δαρό και την ΕΚ κι απάντησα στη ΣμΜ που είχε στείλει μήνυμα χτες το βράδυ.
Η ΕΚ ρωτάει συνέχεια κουτσομπολίστικα πράγματα και με αηδιάζει. Σκέφτομαι να την περιορίσω πάλι στο messenger όπως και πριν.
12:36'.
Για να δείξουν οικείοι όλοι οι Στεμνιτσιώτες με ρωτάνε ή για τη μάνα μου ή για τις αδελφές μου.
Παλιότερα οι Στεμνιτσιώτες γνώριζαν τις αδελφές μου από μένα που ήμουν στη Στεμνίτσα με το εργαστήριό μου.
Από τότε που η αδερφή μου είναι γραμματέας στο Πολιτιστικό Σύλλογο εδώ, όλοι με λένε αδελφό της, λες και εγώ δεν υπήρξα κάτι άλλο από μόνος μου εδώ.
Μάλιστα.
Κάθησε στο τραπέζι μου ο κυρ Νίκος, για να μην πιάνει άλλο τραπέζι, και είχαμε πάλι τα ποτέ έφυγαν, πότε θα έρθουν οι αδελφές μου, και πόσο θα καθήσουμε.
Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησον με τον αμαρτωλό!
Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησε ημάς όλους πάντα!
Υπεραγία Θεοτόκε το συμφέρον ποίησον, πρέσβευε υπέρ ημών και σώσον ημάς!
12:59'.
Το κλίμα της πλατείας μου φαίνεται άρρωστο, ίσως επειδή έχει συννεφιά.
Αισθάνομαι άβολα που κάθομαι στο εστιατόριο για καφέ με το βιβλίο μου, ενώ ήρθα για ν' αγοράσω από εδώ κρέας που πουλάνε.
Έτσι είχα κάνει και τις προηγούμενες φορές που ψώνισα κρέας στο χωριό κι επειδή ένιωθα άβολα δεν κάθησα πολύ στην πλατεία.
13:37'.
Γύρισα εσπευσμένα στο σπίτι από την άρρωστη πλατεία και κάθομαι στο εργαστήριό μου για να ηρεμήσω.
Ίσως φταίει που δεν έχω κάνει την προσευχή ακόμα...
Έφαγα μια μπουκιά ψωμί μ' ελιές.
Το εργαστήριό μου, με τους πίνακες γύρω στους τοίχους και άλλους ακουμπισμένους στο πάτωμα, είναι πολύ οικείος χώρος για μένα, ιδίως έτσι όπως είναι τώρα με κλειστή την πόρτα.
Αν κάποιος κοιτάει απ' έξω κι ενδιαφέρεται να μπει, ανοίγω.
Δεν πρόκειται να πουληθεί τίποτα, έτσι κι αλλιώς.
14:35'.
Συνέχισα το διάβασμα του "Νανά", αλλά τώρα, που έχω διαβάσει τα δύο τρίτα, η πρωταγωνίστρια με απογοητεύει.
Μοιάζει σαν οι άντρες της, γέρος, πολύ πλούσιος κόμης, άλλος άσχημος και ατίθασος κωμικός ηθοποιός, άλλος νέος πολύ, σχεδόν παιδί, και οι λοιποί, αυτοί όλοι να τα έκαναν όλα.
Η ίδια σαν κομπάρσος στο έργο των παθών τους και σαν αντικείμενο.
Φαίνεται έτσι πως το βιβλίο το έγραψε άντρας κι όχι γυναίκα ή έστω κάποιος που θα μπορούσε να αναδείξει τη γυναίκα, όπως της αξίζει.
Λείπει αγάπη στο βιβλίο αυτό. Κρίμα!
"Τα σταφύλια της οργής", που διάβασα προηγουμένως ήταν το άκρως αντίθετο, και σαν θέμα, και η κατάσταση των πρωταγωνιστών και η θέση κι η αξία της γυναίκας, και συζύγου και μάνας και κόρης κι ερωμένης.
15:19'.
Πάνω εδώ έχω και την ανταλλαγή μηνυμάτων με την ΕΚ που ρωτάει αν έβρεξε χτες και τί βροχή ήταν, λες κι έχει καμία σημασία.
Της γράφω λοιπόν:
"Φαίνεται σα να θέλεις να είσαι παρούσα στη συνομιλία αλλά με αδιέξοδες ερωτήσεις, που δεν έχουν τόσο νόημα δηλαδή.
Κάπου διάβαζα πως σε κάποιον εξωγήινο φαινόταν σαν οι άνθρωποι να μιλάνε επειδή φοβούνται πως θα κολλήσουν τα χείλη τους αν δεν ανοιγοκλείνουν το στόμα μιλώντας.
Τέτοιος εξωγήινος νιώθω πολλές φορές.
Εσύ τί λες;"
Κι ύστερα από κάτω:
"Ά, δεν λες τίποτα... Βγήκες από το messenger.
Και όταν θα επιστρέψεις πάλι ένα τίποτα θα πεις...
Εξακριβωμένο κι εδώ στο messenger και δια ζώσης.
Λυπηρό!"
Δεν της έχω ξαναμιλήσει της ΕΚ με τέτοιο ύφος και διάθεση, αλλά δεν άντεχα άλλο!
Αφού αυτή μιλάει για αγάπη, έπρεπε να της μιλήσω με ειλικρίνεια, όπως κάνεις όταν αγαπάς τον άλλο κι όχι όταν θέλεις να του αποσπάσεις κάτι, μπας και ταρακουνηθεί λίγο από τη χαζομάρα της που μ' έκανε να αηδιάζω.
Τώρα, έτσι που πήρα φόρα, κρατιέμαι να μην τα πω και αλλού...
Αλλά ήδη έκανα, σε ανταλλαγή μηνυμάτων με την ΚαΧα, ένα καθόλου θελκτικό πορτρέτο ενός μακαρίτη ψυχιάτρου που γνωρίζαμε εγώ και η ίδια και μόλις έφυγε.
Γράφω:
"Μου φαινόταν σαν ένας ψυχίατρος ακόμα, που τον μεγαλοϊδεατισμό του τον κοινωνικοποίησε σε σωματείο κι ότι έπαιζε τον γκόμενο που ορέγεται με τις νεαρές ψυχολόγους γύρω του, αλλά ας είναι ελαφρύ το χώμα που θα τον σκεπάσει!
Ποιός είμαι εγώ για να ξέρω τον άνθρωπο;
Ένας Θεός ξέρει."
Ίσως φταίει που δεν έχω κάνει ακόμα την προσευχή.
Όλο σκέφτομαι να ξεκινήσω, αλλά όλο κάθομαι άπρακτος και με τσιγκλάνε οι άλλοι με την εισερχόμενη παρουσία τους, που ούτε περιμένω ούτε επιδιώκω.
Έφαγα μισό ροδάκινο.
15:42'.
Έτσι τώρα η ΕΚ ρωτάει:
"Μου μιλάς πολύ άσχημα! Πιάστηκες από τον καιρό; Έ;"
Και της απαντάω:
"Μίλησα με ειλικρίνεια, με την αγάπη που αισθάνομαι, όχι θέλοντας να αποσπάσω κάτι, αλλά μπας και ταρακουνηθείς από τη θέση σου."
"Τί ταρακούνημα είναι αυτό;", επιμένει η ΕΚ.
"Ποιά ειναι η θέση σου, είναι το ερώτημα, μάλλον", της γράφω.
"Τί θέλεις να πεις;", απορεί.
Στα νιάτα μας τα είχαμε ένα καλοκαίρι στη Στεμνίτσα με ανολοκλήρωτο έρωτα.
Τώρα με σύζυγο, που δεν αντέχεται, αλλά είναι εκεί δίπλα και δεν έχει πάρει χαμπάρι, και δύο παιδιά, που μεγάλωσαν, θυμήθηκε η ΕΚ τον πρώτο της αυτόν έρωτα, αφού με βρήκε στο Facebook.
Τότε ήταν μια λίγο ξινή, ξανθιά κούκλα.
Τώρα παραμένει η χαζομάρα αλλά δεν είναι πια ξανθιά κούκλα.
Πρέπει ν' αρχίσω προσευχή!
Έτσι της γράφω:
"Ευχαριστώ πολύ για τη σημερινή συνομιλία μας!
Να είσαι πάντα καλά!
Πρέπει να κάνω προσευχή..."
Και λες και είναι συνεννοημενοι όλοι, με τα εισερχόμενα που ούτε θέλω ούτε επιδιώκω, και στέλνει καπάκι ο Δαρό με φωτογραφία της γάτας του δίπλα σε γάντια του μποξ και σχόλιο σχετικό.
Είναι σημείο από τον Θεό!
16:10'.
Έφαγα αμύγδαλα με μέλι και απάντησα "Μάλιστα" στον Δαρό, που συνεχίζει.
Έ, τώρα πια, δεν βιάζομαι να κάνω προσευχή, θα το υπομείνω όλο μέχρι το τέλος!
Αυτή είναι η ζωή μου.
Αυτή είναι η μέρα σήμερα.
17:02'.
Ήρθα στην κουζίνα κι έβαλα δυο μπριζόλες και λίγες πατάτες να τηγανίζονται με λάδι και νερό και κρασί.
Έφαγα ένα πορτοκάλι.
Έχω φέρει το βιβλιαράκι των χαιρετισμών της Θεοτόκου μαζί μου αλλά δεν έχω μυαλό για προσευχή.
Προσπαθώ να χωνέψω τη μέρα.
Σκέφτηκα να ξαπλώσω, να χαθώ.
Έβαλα να πιω ένα κουτάκι μπύρα Άλφα.
19:01'.
Άρχισα τους χαιρετισμούς της Θεοτόκου αλλά δεν πρόσεξα το φαΐ που λαβροκάηκε κι έτσι, σε συνέχεια της ημέρας, έφαγα καρβουνίδι που θύμιζε κρέας και πατάτες.
Έχει μείνει και για το βράδυ.
Ήπια και δεύτερο κουτάκι μπύρα.
Κατέβηκα πάλι στο εργαστήριό μου.
22:23'.
Δόξα τω Θεώ τελείωσα τους χαιρετισμούς της Θεοτόκου κι έκανα την προσευχή με τις μετάνοιες.
Βγήκα έξω, αργά σχετικά, στην πλατεία, που έχει τον κόσμο του Σαββατοκύριακου.
Κάθησα στο "σιμό" κι ήρθε ο φραπέ και το σφηνάκι τσίπουρο στο τραπέζι.
Έχω μαζί μου το βιβλίο μου για διάβασμα.
23:10'.
Συνεχίζω το διάβασμα και τώρα που η Νανά έχει τέσσερις εραστές της και μια ερωμένη στο μέγαρό της, να σέβονται ο ένας τον άλλο, και αυτή να πηγαίνει και με άλλους αλλού, μου φαίνεται παντοδύναμη, σα θεσμός όχι εταίρα.
Τελείως αλλοπρόσαλλο δείχνει το βιβλίο μου έτσι ή εγώ με τη διάθεσή μου σήμερα.
Δεν ξέρω ποιό απ' τα δύο.
23:27'.
Στο τέλος του κεφαλαίου που διάβαζα, η Νανά, με απαίτηση της ερωμένης της, διώχνει όλους τους εραστές από το μέγαρό της για να περάσει τη νύχτα μαζί της.
Αποκαρδιωτικό; Ή όχι;
Ένας Θεός ξέρει.
Μόνο να είχε λίγη αγάπη αυτό το βιβλίο, θα έλεγε τότε κάτι.
23:57'.
Γύρισα στο σπίτι.
Έφαγα την μπριζόλα που είχε μείνει, χόρτα σκέτα δυο τρεις πιρουνιές και μια χούφτα ρώγες σταφύλι.
Πήρα τα 3 mg ρισπεριδόνης από αγάπη για τον κόσμο.
Δεν φταίει κανείς.
Όλοι έχουμε τα μέτρα μας.
Και ο Θεός είναι μεγάλος!
Θα βάλω το Απόδειπνο και θα ξαπλώσω κάτω από την κουβέρτα.
Με κουβέρτα ο ύπνος στο βουνό αυτήν την εποχή.
04:24'.
Σηκώθηκα για φρούτο. Έφαγα μία βανίλια.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου